Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΘΗΛΥΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ Η ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗΣ ΤΗΣ


ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΕΒΟΠΟΥΛΟΣ

Το μέχρι πρότινος συναισθηματικό αδιαμφισβήτητο της γυναικείας κατωτερότητας και της ανδρικής υπεροχής είχε αποτελέσει την πρώτη ιστορική φάση της οιδιπόδειας κατάστασης. Σήμερα φαίνεται να διανύουμε αυτό που θα αποκαλούσαμε δεύτερη φάση του οιδιπόδειου συμπλέγματος. Σύμφωνα μ’ αυτό υπάρχει μία διανοητική αποδοχή στην υποστήριξη της θέσης πολλών ασθενών ότι υπάρχει ισότητα μεταξύ των φύλων. Όμως, παρατηρούμε ότι ο ιδεολογικός ισχυρισμός πως υπάρχει ισότητα δεν συνάδει απαραιτήτως με συναισθηματική αίσθηση ισότητας και φυσικά αυτό ενισχύεται από το εξωτερικό κριτήριο της ανατομικής διαφορετικότητας των φύλων απ’ όπου, καθώς γνωρίζουμε, ξεκίνησε ο Φρόιντ τις σχετικές του παρατηρήσεις επί του φαντασιακού ευνουχισμού της γυναίκας και των επιπτώσεών του. Καθώς η οιδιπόδεια κατάσταση έχει πλέον μετατεθεί με σαφήνεια στο χώρο του επιστημονικού ορθολογισμού αντιστοίχως η εγωτική λειτουργικότητα της ασθενούς έχει βελτιωθεί σε πολλά επίπεδα. Όμως στις περισσότερες των περιπτώσεων αυτό έχει συμβεί κατά το μέγιστον μέχρις του αμιγώς σεξουαλικού ορίου. Πέραν αυτού ο ιδεολογικός ισχυρισμός προσλαμβάνει ψυχαναγκαστικό χαρακτήρα. Τότε καθίσταται αιτία επιθετικότητας και σεξουαλικής ανικανότητας για τον θήλυ ασθενή. Ως αποτέλεσμα η γυναικεία ναρκισσιστική προδιάθεση για φαλλικότητα συναντάται με την ανδρική ομοφυλοφιλική συνιστώσα. Κι’ έτσι η έλλειψη σεξουαλικής συνεύρεσης που παρατηρείται ευρύτατα ειδικότερα μεταξύ των νέων μπορεί να οφείλεται στο εν λόγω ιδεολόγημα. Εικάζουμε ότι αυτό οφείλεται στο ότι το ιδεολόγημα στερείται επαρκούς εγωτικής επεξεργασίας. Υπάρχει ένα ασυνείδητο ερέθισμα που πιέζει εκ των έσω για κάποια τελική αλήθεια ως προς την αναγκαιότητα της ύπαρξης της ευνουχιστικής φαντασίωσης και της ανάγκης υποκατάστασης της από κάτι άλλο ενισχυτικό της θηλυκότητας προκειμένου να επιτελεσθεί η σεξουαλική πράξη. Εν τέλει, ενδέχεται να είναι απαραίτητο για κάθε άτομο – άντρα ή γυναίκα – η λύση του οιδιπόδειου προβλήματος του να είναι ζήτημα ατομικής φαντασίωσης άνευ ιδεολογικής επικράτησης. Αν όντως ο γυναικείος ευνουχισμός συνιστά ναρκισσιστικό έλλειμμα που παρ’ όλα αυτά είναι απαραίτητο για την επιτέλεση της συνουσίας τίθεται το ερώτημα κατά πόσον η σεξουαλικότητα εν γένει και η γυναικεία σεξουαλικότητα ειδικότερα χρήζουν αναθεώρησης και επανακαθορισμού. Η έμφαση στη γυναικεία ομορφιά, στο συναισθηματισμό της, στην ευαισθησία της, ακόμη και η εξιδανίκευση της μητρότητας και της οικογένειας ίσως να πρέπει σε κάποιο βαθμό να εκπέσουν αν γενεσιουργός αιτία των ανωτέρω είναι η ναρκισσιστική αδυναμία. Αντιστοίχως, ο ανδρισμός, ο ηρωισμός, η αγριότητα, η επαναστατικότητα, μπορεί να υποκαθιστούν ομοφυλοφιλικά στοιχεία, που δεν επιτρέπεται να κάνουν την εμφάνισή τους αφού βρίθουν καχυποψίας και αμφισβήτησης της ανθρώπινης σχέσης και της κοινωνικής προόδου. Σε κλινικό επίπεδο όλες οι ανωτέρω καταστάσεις έρχονται διαρκώς στο προσκήνιο και συνδέονται άμεσα και έμμεσα με την έκφραση της θηλυκότητας σε κάθε επίπεδο. Η κλινική περίπτωση που περιγράφω, είναι και αυτή μία περίπτωση μιας συνήθους γυναίκας: Μιας γυναίκας που φέρει μέσα της όλο τον ευνουχιστικό μύθο των αιώνων, του τί συνιστά «γυναίκα». Έρχεται τρεις φορές την εβδομάδα για ανάλυση προς επίλυση της μικρογραφίας αυτών ακριβώς το ζητημάτων που προανέφερα έτσι ώστε, αν επιλυθούν θα έχει αποκτήσει την «σεξουαλική ταυτότητα» που χρειάζεται για να συνεχίσει να ζει. Σε τι βαθμό όμως αυτή της η νέα ταυτότητα θα είναι στερημένη έντονων συνουσιακών επιθυμιών που θα έχουν υποκατασταθεί τις συνέπειες της ευχουχιστικής της νεύρωσης?