Το δίπολο «σώμα» vs «πνεύμα» στην ψυχανάλυση: Η ψυχοσωματική νόσος. Δύο κλινικά παραδείγματα


Διονυσία Χρόνη.

Η αναφορά στο σώμα θα μπορούσε να συνιστά κάτι το εντελώς βιολογικό και από ψυχαναλυτική άποψη άσχετο προς αυτήν. Αυτό δεν ισχύει διότι η ψυχική αντιπροσώπευση και κατ΄ επέκταση η μίμηση της βιολογίας στη πορεία της ατομικής εξέλιξης εξ αιτίας των αμιγώς ψυχολογικών αναγκών υπερβαίνει κατά πολύ καθετί γονιδιακά δομημένο και καθιστά το σώμα υποχείριο τους. Πράγματι, το ψυχικό όργανο που χρειάζεται σταθερά σημεία αναφοράς δεν έχει λόγο να προάγει άλλη πραγματικότητα πέραν της δικής του παρά μόνον εξ ανάγκης και έμμεσα. Αντιθέτως, όσο περισσότερο πραγματικό παρουσιάζεται το σώμα στο πλαίσιο της φαντασιακής αντιπροσώπευσης του τόσο περισσότερο εξυπηρετείται το ψυχικό όργανο. Επ΄ αυτού έχουμε διαρκώς κατά νου την Φροϋδική αναφορά ότι το Εγώ είναι πρωτίστως και πάνω από κάθε τι άλλο σωματικό Εγώ. Η αναφορά αυτή του Φρόιντ υποδηλώνει απερίφραστα ότι η υπέρτατη σταθεροποιητική αντιπροσώπευση στο Εγώ που το κάνει να φαίνεται σαν να πρόκειται ακόμη και για ανατομικό σχηματισμό, δεν είναι άλλη από τη σωματική φαντασίωση. Ταυτόχρονα με την βαρύτητα της υπόστασης ενός μη σταθεροποιημένου μέρους του μπορούμε να αναφερόμαστε στο πνεύμα, στο νου, στη νόηση. Αν, το σώμα σε αντιδιαστολή με το πνεύμα έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία για την ψυχανάλυση αυτή δεν είναι άλλη από το γεγονός ότι η σταθερότητα του μπορεί να είναι τόσο μεγάλη και τόσο ζηλευτή σε αντίθεση με το παντοτινά υπό διαμόρφωση πνεύμα. Κατ΄ ουσία στην ανάλυση αυτοί οι δύο ομοιογενείς πόλοι σταθερότητας και αστάθειας κάποτε οφείλουν να συγκλίνουν, έτσι ώστε οι σχιζοειδικές τάσεις του ατόμου να περιορίζονται. Κατά την προ-οιδιπόδεια συγκυρία όπου το Εγώ μπορεί εύκολα να ανακαλύψει τη σωματική σταθερότητα οι ασαφείς πνευματικές προβολές του στο σώμα με ευκολία θα το βασανίσουν. Το ίδιο μπορεί να συμβεί οιδιποδειακά όταν υπάρχει έλλειψη ή φόβος για το εξωτερικό αντικείμενο έστω κι’ αν σ’ αυτή τη συγκυρία τα πάντα είναι λιγότερο οξέα και οι προβολές ασθενέστερες. Η ψυχοσωματική νόσος αποτελεί έκφραση των προβολών της επιθετικότητας προς το σώμα και μπορεί να καταλήξει σε σοβαρές φαντασιακές διαταραχές που μέσα από διαρκείς καταστάσεις ερεθισμού δημιουργούνται απειλητικά νοσήματα όπως κύστες ,φλεγμονώδεις βλάβες του δέρματος, του νευρικού συστήματος κλπ. Όλ’ αυτά είναι ψυχικές παθήσεις μιμούμενες χονδροειδώς σοβαρές σωματικές καταστάσεις. Οι συμβολισμοί τους έχουν όλα τα χαρακτηριστικά μηχανιστικής λειτουργικότητας. Γι’ αυτό το λόγο οι ψυχοσωματικοί ασθενείς προτιμούν τη ψυχοθεραπεία εξ αποστάσεως καθώς εύκολα διαφεύγουν μιας κατά μέτωπο επίθεσης προς τον αναλυτή εφόσον σύμμαχός τους είναι η φαντασιακή παρέμβαση της τεχνολογίας που αντικαθιστά τους ελεύθερους συνειρμούς με μηχανιστική σκέψη ακόμη και μηχανιστικό συναίσθημα. Στη παρούσα εργασία μέσα από κλινικά παραδείγματα ψυχοσωματικών ασθενών, θα προσπαθήσω να περιγράψω τη προσπάθεια σύγκλισης σώματος και ψυχής, η οποία καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη δεδομένης της χρηστικής σκέψης και της θεμελιώδους κατάθλιψης εξ αιτίας ενός απολεσθέντος εαυτό-σωματικού κατεστραμμένου αντικειμένου. Αυτά μαρτυρούν την αποδιοργανωτική τάση του Εγώ, την αδυναμία πρόσβασης σε διαδικασίες συμβολοποίησης, την συρρίκνωση της ψυχικής ζωής. Η αμφίδρομη μετατροπή του ‘πνεύματος’ σε ‘σώμα’ καταλήγει σε διαρκώς αυξανόμενη διχαστική ‘πραγματικότητα’. Αυτή εξορισμού είναι ‘παραληρηματική’, ‘ατομική’ και ‘ψυχοσωματική’.